φουαγιέ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φουαγιέ
- fu.aˈʝe
Where it comes from
φουαγιέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική foyer < υστερολατινική focarius < λατινική focus
noun φουαγιέ
- ευρύχωρος χώρος, συνήθως σε θέατρο, κινηματογράφο ή άλλο μέρος κοινωνικών εκδηλώσεων (π.χ. μια έκθεση ή ένα σεμινάριο), ο οποίος εξυπηρετεί την υποδοχή των θεατών ή των επισκεπτών αλλά και την παραμονή τους σε περιόδους διαλειμμάτων, ώστε να είναι δυνατό να συζητήσουν, να πάρουν ένα ποτό και μέχρι την απαγόρευση του καπνίσματος, να καπνίσουν κ.λπ. ※ Μόλις 60 λεπτά κράτησε η ξαφνική μπόρα τροπική θύελλα που έπληξε τις βορειοανατολικές περιοχές της Αθήνας, άλλα η πρωτοφανής ένταση του φαινομένου ήταν τόσο μεγάλη που οι χείμαρροι του νερού από τον Υμηττό εισέβαλαν ορμητικά στο θέατρο Badminton (που σημειωτέον το μεγαλύτερο μέρος των σκηνικών και
- καπνιστήριο
Similar: προθάλαμος
Thesaurus
noun
Similar: προθάλαμος
In English
- foyer lobby, corridor, or waiting room
Talk about this word "φουαγιέ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD. Accessed 7 Nov. 2026. φουαγιέ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD "φουαγιέ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φουαγιέ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD},
urldate = {2026-11-07}
}