φουσκώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φουσκώνω
- fuˈsko.no
Where it comes from
φουσκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φουσκώνω < φούσκ(α) + -ώνω
verb φουσκώνω · φούσκωνα · θα φουσκώνω · να φουσκώνω · φουσκώνοντας
- διοχετεύω αέρα στο εσωτερικό ενός αντικειμένου, ώστε αυτό να πάρει το λειτουργικό του σχήμα φουσκώνω τα λάστιχα του αυτοκινήτου, φουσκώνω ένα μπαλόνι
- διοχετεύω αέρα στην μία πλευρά ενός αντικειμένου και έτσι κυρτώνω το σχήμα του ο άνεμος φούσκωσε τα πανιά μας
- αυξάνω τον όγκο ή την ποσότητα ενός πράγματος
- διογκώνομαι επειδή διοχετεύτηκε αέρας στο εσωτερικό μου το μπαλόνι φούσκωσε
- αυξάνομαι σε όγκο ή σε ποσότητα
- νιώθω περηφάνια και αυτοπεποίθηση, αναπτερώνεται το ηθικό μου φούσκωσε από περηφάνια
- λέγεται όταν ανεβαίνει η στάθμη του νερού λόγω παλίρροιας
Opposite: ξεφουσκώνω
Thesaurus
verb
Opposite: ξεφουσκώνω
In English
Talk about this word "φουσκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. φουσκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89 "φουσκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φουσκώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}