φούλι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φούλι

Where it comes from

φούλι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική فل (ful) (δείτε και την τουρκική ful).

:# < αραβική فل (full) (αραβικό γιασεμί, κίτρινος νάρκισσος) Ο τύπος fulya θεωρήθηκε πληθυντικός: φούλια

:# < αραβική فول (fūl)

noun φούλι · φούλια · φουλιού · φουλιών

  1. βοτανική, λουλούδι είδος γιασεμιού που φύεται στα Επτάνησα ※ Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασ
  2. λαχανικό κουκί που φύεται στην Αίγυπτο και σερβίρεται ως φουλάδα (σαν φασολάδα με γεύση κουκιού)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φούλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φούλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9

Chicago

"φούλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φούλι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}