φούσκα

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

φούσκα¹

  • ˈfu.ska

Limetoka wapi

φούσκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φούσκα (ή όψιμη ελληνιστική) < αρχαία ελληνική φύσκη (αττική διάλεκτος φύσκᾱ) (δωρικός τύπος ), με σημασία «παραγεμισμένο έντερο, φουσκάλα») χωρίς ιωτακισμό [u > y > i] αλλά με τροπή ορθογραφίας σε ⟨ου⟩. Διαφορετική σημασία για τo λατινογενές ελληνιστικό φοῦσκα (με περισπωμένη, και άλφα βραχύ).

:* για νεότερες σημασίες: < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική bubble.

nomino φούσκα · φούσκες · φούσκας · φουσκών

  1. ποσότητα αέρα που περικλείεται από ένα πολύ λεπτό μεμβρανώδες υλικό, κύστη, μπαλόνι, φουσκάλα Μασούσε τσίχλα κι έσκαγε φούσκες.
  2. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό ό,τι αρχικά παρουσιάζεται ως σημαντικό, αλλά εν τέλει αποδεικνύεται ασήμαντο, υπερτιμημένο ή απατηλό
  3. vulgar, λαϊκό η ουροδόχος κύστη Πάει να σκάσει η φούσκα μου. (πρέπει επειγόντως να ουρήσω)

Φούσκα²

  • ˈfu.ska

Limetoka wapi

Φούσκα < γενική ενικού του αρσενικού Φούσκας

nomino ya pekee Φούσκα · Фуска · Fouska

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φούσκας

nomino ya pekee Φούσκα

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Φούσκας

Kwa Kiingereza

  • bubble anything resembling a hollow sphere

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"φούσκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φούσκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%B1

Chicago

"φούσκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φούσκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}