φούστα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φούστα

  • ˈfu.sta

Where it comes from

φούστα < φουστάνι ή πιθανόν (άμεσο δάνειο) βενετική fusta

noun φούστα · φούστες · φούστας

  1. ενδυμασία ένδυμα που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση και δεν έχει μπατζάκια Η μίνι φούστα κάποτε θεωρήθηκε επανάσταση στη μόδα.
  2. το τμήμα μιας ενδυμασίας που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση Φόρεμα με κλος φούστα.. (το κάτω μέρος του φορέματος είναι κλος)

noun φούστα · φούστες · φούστας

  1. dated, παρωχημένο, ναυτικός όρος στενό και μακρύ πλοιάριο που χρησιμοποιούσαν κυρίως οι πειρατές της Μεσογείου
  2. broadly, dated, παρωχημένο, ναυτικός όρος, κατ’ επέκταση η πειρατική επιδρομή κατά το μεσαίωνα και την τουρκοκρατία

In English

  • skirt article of clothing

Talk about this word

Cite this
MLA

"φούστα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φούστα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1

Chicago

"φούστα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φούστα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}