φράγκο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φράγκο¹

  • ˈfɾaŋ.ɡo

Where it comes from

φράγκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική franco < γαλλική franc μέση γαλλική franc < παλαιά γαλλική franc < μεσαιωνική λατινική Francus < φραγκική *Frank < πρωτογερμανική *frankô (δόρυ, ακόντιο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *prAng- / *prAgn- (στύλος, κοτσάνι)

noun φράγκο · φράγκα · φράγκου · φράγκων

  1. οικονομία το νόμισμα της Ελβετίας
  2. dated, οικονομία, παρωχημένο το νόμισμα του Βελγίου, της Γαλλίας πριν να περάσουν στο ευρώ, καθώς και άλλων κρατών ή αποικιών
  3. general, οικονομία, γενικότερα τα λεφτά ※ ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε ά
  4. dated, familiar, οικονομία, παρωχημένο, προφορικό η δραχμή

Φράγκο²

Where it comes from

Φράγκο < φράγκο

proper noun Φράγκο · Frango

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φράγκο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φράγκο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF

Chicago

"φράγκο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φράγκο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}