φράουλα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φράουλα

  • ˈfɾa.u.la

Where it comes from

φράουλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φράουλα < παλαιά ιταλική fraola (και φράγουλα με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -γ-) < ιταλική fragola < δημώδης λατινική *fragula(m), υποκοριστικό για τη λατινική fragum + -ula < πρωτοϊταλική *frāgom < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰreh₂ǵ-om < *dʰreh₂ǵ-

noun φράουλα · φράουλες · φράουλας · φραουλών

  1. φυτό έρπον ή αναρριχώμενο ποώδες φυτό του γένους Fragaria, με πριονωτά φύλλα, μικρά άσπρα άνθη και εδώδιμους καρπούς άλλες μορφές: φραουλιά
  2. φρούτο ο μικρός εδώδιμος κόκκινος καρπός του παραπάνω φυτού, που έχει πλατιά βάση, στενεύει προς την άκρη, και έχει σποράκια στην επιφάνειά του

Similar: χαμοκέρασο

Thesaurus

noun

Similar: χαμοκέρασο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φράουλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φράουλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1

Chicago

"φράουλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φράουλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}