φρεσκάρω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φρεσκάρω

Where it comes from

φρεσκάρω < φρέσκος + -άρω

verb φρεσκάρω

  1. κάνω κάτι να μοιάζει φρέσκο, το ανανεώνω ή το αναζωογονώ ώστε να αποκτήσει όντως τα χαρακτηριστικά του φρέσκου και δροσερού φρεσκάρω το δωμάτιο (το βάφω)/φρεσκάρω τα γαλλικά μου (προσπαθώ να τα ξαναθυμηθώ)
  2. για αέρα : δυναμώνει η έντασή του και γίνεται πιο ψυχρός Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο! (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)

Talk about this word

Cite this
MLA

"φρεσκάρω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φρεσκάρω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%89

Chicago

"φρεσκάρω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φρεσκάρω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}