φροντίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φροντίζω
Where it comes from
φροντίζω < (καθαρεύουσα) με την έννοια της δημοτικής < μεσαιωνική ελληνική φροντίζω (σκέφτομαι, μεριμνώ, μηχανεύομαι τρόπους) και περιφροντίζω < αρχαία ελληνική φροντίζω < φροντίς
verb φροντίζω · φρόντιζα · θα φροντίζω · να φροντίζω · φροντίζοντας
- μεριμνώ, τακτοποιώ, ρυθμίζω φροντίζω το παιδί, το σπίτι, για την αγορά αντικειμένου (για παροχή, για κάτι προς το οποίο έχω κάποια υποχρέωση)
- προνοώ, παίρνω μέτρα φροντίζω να μην εκτεθώ, φροντίζω να μην αργώ ποτέ στα ραντεβού μου
- περιποιούμαι με τρυφερότητα ή με κάποιο συναισθηματικό στοιχείο ή με ειδικό τρόπο φροντίζω το ντύσιμο, τα μαλλιά (την εμφάνιση ανθρώπου)
- φροντίζω να επισκευαστεί το ΙΧ ή φροντίζω να τακτοποιηθεί η βιβλιοθήκη
In English
Talk about this word "φροντίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. φροντίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89 "φροντίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φροντίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}