φρύδι
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
φρύδι
- ˈfɾi.ði
Limetoka wapi
φρύδι < μεσαιωνική ελληνική φρύδι < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό τού (αρχαία ελληνική) ὀφρῦς / ὀφρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃bʰrúHs, *bʰruH
nomino φρύδι · φρύδια · φρυδιού · φρυδιών
- καθένας από τους δύο τοξωτούς τριχωτούς σχηματισμούς, που βρίσκονται πάνω από τις κόγχες των ματιών ※ Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφικ
- η νοητή καμπυλωτή γραμμή που διαχωρίζει την κορυφή ενός όρους ή μιας οροσειράς από τον υπόλοιπο κατώτερο ορεινό όγκο Πρώτος ανασκαφέας του υπήρξε ο Αναστάσιος Ορλάνδος, το 1925, ο οποίος στις 10 μέρες της έρευνάς του σχεδίασε το τοπογραφικό όλου του χώρου, αποτυπώνοντας όλα τα ορατά τότε και εν μέρει αποκαλυφθέντα λείψανα κτηρίων, όπως και τον τοίχο του περιβόλου που ακολουθεί την καμπύλη στο φρύδι του οροπεδίου,
- το σύνολο των σημείων σ’ ένα όρος ή μια οροσειρά, απ’ όπου μπορεί κάποιος να βλέπει όλα τα κατώτερα σημεία μέχρι τους πρόποδες
- το άκρο ενός γκρεμού, ενός βράχου, μιας τάφρου, το κράσπεδο ενός υψώματος Η πλειοψηφία επιχείρησε να μεταθέσει την ευθύνη για την κατάσταση (πολυκατοικίες που χτίζονται στο φρύδι του γκρεμού και συνεχώς επεκτείνονται) στο υπουργείο Περιβάλλοντος, που δεν εγκρίνει αναθεωρημένη πολεοδομική μελέτη από το 2006. (*)
- μαύρο σύννεφο που προμηνύει καταιγίδα
- το επάνω μέρος της καμπύλης ενός κύματος
- είδος ορχιδέας (ophrys) Ο λόγος είναι ότι οι εν λόγω ορχιδέες είναι αδύνατο να αναπαραχθούν σε συνθήκες θερμοκηπίου, χωρίς έναν ειδικό μύκητα που συμβιώνει με το φυτό στο έδαφος και ένα ειδικό έντομο-επικονιαστή, το οποίο γονιμοποιεί το φυτό μεταφέροντας γύρη. Μάλιστα, το λατινικό όνομα «Οphrys» προέρχεται από το αρχαιοελλ
Kwa Kiingereza
- eyebrow hair that grows over the bone ridge above the eye socket
Zungumza kuhusu neno hili "φρύδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. φρύδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B9 "φρύδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B9.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {φρύδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}