φτάνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φτάνω
- ˈfta.no
Where it comes from
φτάνω < αρχαία ελληνική φθάνω
verb φτάνω · έφτανα · θα φτάνω · να φτάνω · φτάνοντας
- αφικνούμαι, ολοκληρώνω το ταξίδι μου προς ένα προορισμό φτάνω στην Αθήνα στις 6
- έρχομαι από στιγμή σε στιγμή, υπόσχομαι ότι φτάνω εγώ ή κάτι αμέσως Έφτασα! (όταν μας φωνάζουν κάπου και καθυστερούμε)
- οδηγούμαι σε ένα σημείο συνήθως παρά τη θέλησή μου ή πάντως χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, καταντώ κοίτα πού/σε ποιο σημείο φτάνει/έφτασε ο άνθρωπος -να μαζεύει απ' τα σκουπίδια
- κατακτώ μία υψηλή κοινωνική, οικονομική, επιστημονική θέση είναι φτασμένος καλλιτέχνης : έχει φτάσει στο ζενίθ της σταδιοδρομίας του
- πλησιάζω κάτι με το χέρι μου ή άλλα μέσα που διαθέτω, προσεγγίζω (και μεταφορικά) δεν το φτάνω -είναι ψηλά
- επαρκώ για κάτι δε μου φτάνουν τα λεφτά
- αρκεί, αρκετά δε φτάνει που είναι κακότροπος, είναι (από πάνω) και τεμπέλης
- έχω οργασμό
In English
Talk about this word "φτάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. φτάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%AC%CE%BD%CF%89 "φτάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%AC%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φτάνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%AC%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}