φτερό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φτερό
Where it comes from
φτερό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτερό(ν) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτερόν
noun φτερό · φτερά · φτερού · φτερών
- το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα ※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
- στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις
- εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών
- καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων
- το μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών
- κατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη
- το χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον
Similar: πτερό
Thesaurus
noun
Similar: πτερό
In English
- wing part of an animal
- feather branching, hair-like structure that grows on the bodies of birds
- shuttlecock a lightweight object that is conical in shape with a cork or rubber-covered nose
Talk about this word "φτερό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026. φτερό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C "φτερό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φτερό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C},
urldate = {2026-11-06}
}