φτερό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φτερό

Where it comes from

φτερό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτερό(ν) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτερόν

noun φτερό · φτερά · φτερού · φτερών

  1. ορνιθολογία το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα ※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
  2. στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις
  3. εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών
  4. καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων
  5. στο αυτοκίνητο το μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών
  6. αθλητισμός κατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη
  7. αθλητισμός το χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον

Similar: πτερό

Thesaurus

noun

Similar: πτερό

In English

  • wing part of an animal
  • feather branching, hair-like structure that grows on the bodies of birds
  • shuttlecock a lightweight object that is conical in shape with a cork or rubber-covered nose

Talk about this word

Cite this
MLA

"φτερό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φτερό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C

Chicago

"φτερό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φτερό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}