φτηνός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φτηνός

  • ftiˈnos

Where it comes from

φτηνός < μεσαιωνική ελληνική φτηνός < εὐτηνός < (ελληνιστική κοινή) (άφθονος, πλούσιος) < αρχαία ελληνική εὐθηνέω

adjective φτηνός · φτηνή · φτηνό · φτηνού · φτηνής

  1. που έχει χαμηλή τιμή, αξία, χαμηλό κόστος αγοράς, σε σχέση με άλλα ίδια αντικείμενα ή γενικά σε σχέση με το κόστος ζωής φτηνό ενοίκιο, ρούχο, ρεύμα

    Opposite: ακριβός

  2. figuratively, μεταφορικά χαμηλής ή κακής ποιότητας, ευτελής, κάτι που απαξιώνει, απαξιωτικό Αυτό το ρούχο σε δείχνει φτηνή (αναξιοπρεπή, εύκολη)
  3. μεσαιωνική έννοια γενναιόδωρος Ο έρωτας κάνει τον ακριβό, φτηνό : τον κάνει να ξοδεύει, τον κάνει πλουσιοπάροχο (Ερωτόκριτος)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φτηνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φτηνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"φτηνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φτηνός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}