φτηνός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φτηνός
- ftiˈnos
Where it comes from
φτηνός < μεσαιωνική ελληνική φτηνός < εὐτηνός < (ελληνιστική κοινή) (άφθονος, πλούσιος) < αρχαία ελληνική εὐθηνέω
adjective φτηνός · φτηνή · φτηνό · φτηνού · φτηνής
-
που έχει χαμηλή τιμή, αξία, χαμηλό κόστος αγοράς, σε σχέση με άλλα ίδια αντικείμενα ή γενικά σε σχέση με το κόστος ζωής
φτηνό ενοίκιο, ρούχο, ρεύμα
Opposite: ακριβός
- χαμηλής ή κακής ποιότητας, ευτελής, κάτι που απαξιώνει, απαξιωτικό Αυτό το ρούχο σε δείχνει φτηνή (αναξιοπρεπή, εύκολη)
- γενναιόδωρος Ο έρωτας κάνει τον ακριβό, φτηνό : τον κάνει να ξοδεύει, τον κάνει πλουσιοπάροχο (Ερωτόκριτος)
In English
- cheap low and/or reduced in price
- inexpensive reasonable in price
- shoddy of poor quality
Talk about this word "φτηνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φτηνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82 "φτηνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φτηνός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}