ミクウィン

φτιάχνω

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

φτιάχνω

  • ˈftça.xno

由来

φτιάχνω < φτειάχνω < μεσαιωνική ελληνική φτειάνω < φθειάνω < αρχαία ελληνική εὐθειάζω < εὐθύς. Παραβάλετε και το φτηνός από το εὐθηνός για την αλλαγή [ευθ > φτ].

動詞 φτιάχνω · έφτιαχνα · θα φτιάχνω · να φτιάχνω · φτιάχνοντας

  1. κάνω, δημιουργώ ή κατασκευάζω κάτι Τι να φτιάξω σήμερα για φαΐ;
  2. broadly, κατ’ επέκταση επιδιορθώνω ή μεταποιώ κάτι Ακόμα δεν έφτιαξες την πόρτα να μην χτυπάει;
  3. για πρόσωπο φέρνω κάποιον σε κατάσταση ευθυμίας ή ευφορίας
  4. ironic, για πρόσωπο, ειρωνικό εκνευρίζω, σπάω τα νεύρα
  5. για πρόσωπο προκαλώ, διεγείρω ερωτικά

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"φτιάχνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%87%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φτιάχνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%87%CE%BD%CF%89

Chicago

"φτιάχνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%87%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φτιάχνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%87%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}