ミクウィン

φτυάρι

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

φτυάρι

由来

φτυάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτυάρι (με συνίζηση για αποφυγή χασμωδίας και ανομοίωση τρόπου αρθρώσεως [pt > ft]) < ελληνιστική κοινή πτυάριον, υποκοριστικό του πτύον

名詞 φτυάρι · φτυάρια · φτυαριού · φτυαριών

  1. εργαλείο με μακριά λαβή και πλατύ μεταλλικό έλασμα για τη μεταφορά χώματος, χαλικιών, λάσπης κ.λπ. ή για σκάψιμο σε μαλακό έδαφος ※ λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 18
  2. εργαλείο μακρύ ξύλινο αντικείμενο με πλατιά άκρη για το φούρνισμα του ψωμιού
  3. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό κουτσομπολιό, θάψιμο

英語で

  • spade garden tool with a handle and a flat blade for digging
  • shovel tool for moving portions of material
  • peel spadelike implement for removing loaves from an oven

この単語について話す

引用する
MLA

"φτυάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φτυάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9

Chicago

"φτυάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φτυάρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}