φτύνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φτύνω

  • ˈfti.no

Sounds like φτηνό

Where it comes from

φτύνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτύνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτύω με τροπή [pt] > [ft] και μεταπλασμό + -νω

: Δε σχετίζεται το πτύον (φτυάρι).

verb φτύνω · έφτυσα · φτύνομαι · φτύστηκα · φτυσμένος

  1. εκτοξεύω σάλιο από το στόμα μου
  2. βγάζω από το στόμα μου με δύναμη κάτι (συνήθως ενοχλητικό), π.χ. τροφή ή φλέμα κ.λπ.
  3. figuratively, μεταφορικά εκτοξεύω
  4. figuratively, μεταφορικά δείχνω μεγάλη περιφρόνηση
  5. figuratively, μεταφορικά αποφεύγω το μάτιασμα (και στην παθητική φωνή) ※ σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)

In English

  • spit to evacuate (saliva or another substance) from the mouth, etc.

Talk about this word

Cite this
MLA

"φτύνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%8D%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φτύνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%8D%CE%BD%CF%89

Chicago

"φτύνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%8D%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φτύνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%84%CF%8D%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}