φυγή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φυγή

  • fiˈʝi

Where it comes from

φυγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φυγή

noun φυγή · φυγές · φυγής · φυγών

  1. το φευγιό, η εσπευσμένη ή μαζική αναχώρηση και απομάκρυνση από κάπου εν όψει καταδίωξης (κυριολεκτικής ή με μεταφορική έννοια) η φυγή των αμάχων από τις περοχές όπου μαίνεται ο εμφύλιος
  2. η διαφυγή, η αποφυγή μιας δυσάρεστης κατάστασης η φυγή από την πραγματικότητα
  3. dated, μουσική, παρωχημένο η φούγκα τέλειωσα τις εξετάσεις της φούγκας και παρέλαβα το πολυπόθητο «δίπλωμα φυγής»

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φυγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φυγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%AE

Chicago

"φυγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φυγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}