φυγή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φυγή
- fiˈʝi
Where it comes from
φυγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φυγή
noun φυγή · φυγές · φυγής · φυγών
- το φευγιό, η εσπευσμένη ή μαζική αναχώρηση και απομάκρυνση από κάπου εν όψει καταδίωξης (κυριολεκτικής ή με μεταφορική έννοια) η φυγή των αμάχων από τις περοχές όπου μαίνεται ο εμφύλιος
- η διαφυγή, η αποφυγή μιας δυσάρεστης κατάστασης η φυγή από την πραγματικότητα
- η φούγκα τέλειωσα τις εξετάσεις της φούγκας και παρέλαβα το πολυπόθητο «δίπλωμα φυγής»
In English
Talk about this word "φυγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. φυγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%AE "φυγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φυγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}