φυλάκιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φυλάκιο¹
Where it comes from
φυλάκιο < ελληνιστική κοινή φυλάκιον < αρχαία ελληνική φυλάσσω
noun φυλάκιο · φυλάκια · φυλακίου · φυλάκιου · φυλακίων
- οίκημα προορισμένο για τη στέγαση ενός μικρού αριθμού στρατιωτών, οι οποίοι έχουν την αποστολή της φύλαξης της περιοχής ※ Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε απ
- μικρών διαστάσεων κτίσμα προορισμένο για την προσωρινή παραμονή σε αυτό ενός φρουρού
Φυλάκιο²
Where it comes from
Φυλάκιο < φυλάκιο, μεταφραστικό δάνειο από την οθωμανική τουρκική صیٔمنلی, τουρκικά Seymenli (Σεϊμενλί)· το μέρος που έχει σεϊμένηδες (τουρκικά seymen ή seğmen), ένοπλους φρουρούς
proper noun Φυλάκιο · Φυλακίου · Φυλάκιου
- χωριό της Ελλάδας στη Θράκη, στην περιοχή του Έβρου (ονομασία κατά την οθωμανική εποχή: Σεϊμενλί)
In English
- box small rectangular shelter
Talk about this word "φυλάκιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. φυλάκιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF "φυλάκιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φυλάκιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}