φυλή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φυλή¹
- fiˈli
Where it comes from
φυλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φυλή, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική race
noun φυλή · φυλές · φυλής · φυλών
- πληθυσμιακή ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και κοινά γενετικά χαρακτηριστικά λευκή / μαύρη / κίτρινη φυλή
- το έθνος η ελληνική φυλή
- ομάδα με κοινά γνωρίσματα και κοινό τρόπο ζωής η φυλή των Πυγμαίων / των Ινδιάνων
- ομάδα με ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά οι φυλές της πόλης / των παραθεριστών / των εφήβων
Φυλή²
- fiˈli
Where it comes from
Φυλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Φυλή
proper noun Φυλή · Φυλής
- δήμος της αρχαίας Αθήνας
-
κωμόπολη της Αττικής
Similar: Χασιά
- Νέα: χωριό του νομού Σερρών
Thesaurus
In English
Talk about this word "φυλή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. φυλή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AE "φυλή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φυλή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}