φυσερό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φυσερό

Where it comes from

φυσερό < φυσώ

noun φυσερό · φυσερά · φυσερού · φυσερών

  1. φυσούνα, φυσητήρας, φύσα, απλή φορητή συσκευή με ασκό με την οποία παράγεται και φυσιέται αέρας προς συγκεκριμένη κατεύθυνση συνήθως για τεχνικές εργασίες π.χ. παλιότερα στα σιδηρουργεία και στα υαλουργεία
  2. η βεντάλια ή οποιοδήποτε επίπεδο, ελαφρύ και λεπτού πάχους φορητό αντικείμενο με λαβή μετακινεί χειροκίνητα μικρές μάζες αέρα ώστε κάποιος να δροσίζεται ή να ανανεώνει τον αέρα κοντά του

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φυσερό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φυσερό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%8C

Chicago

"φυσερό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φυσερό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}