φυσιολογία

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

φυσιολογία

  • fi.si.o.loˈʝi.a

Nó đến từ đâu

φυσιολογία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φυσιολογία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική physiologie < αρχαία ελληνική (φύσις) φυσιο- + -λογία (λόγος)

danh từ φυσιολογία · φυσιολογίες · φυσιολογίας · φυσιολογιών

  1. ιατρική, βιολογία, φυσιολογία ο κλάδος της βιολογίας που μελετά τις λειτουργίες των ζωντανών οργανισμών (φυτικών και ζωικών), ιστών, κυττάρων, οργάνων καθώς και τα σχετικά φυσικά και χημικά φαινόμενα (όπως η ανάπτυξη, η αναπαραγωγή)

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"φυσιολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φυσιολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"φυσιολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φυσιολογία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}