Μίκουιν

φυτώριο

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

φυτώριο

Από πού έρχεται

φυτώριο < ελληνιστική κοινή φυτώριον < αρχαία ελληνική φυτόν (3. σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική seminary)

ουσιαστικό φυτώριο · φυτώρια · φυτώριου · φυτωρίου · φυτώριων · φυτωρίων

  1. τμήμα γης στο οποίο φυτεύονται και αναπτύσσονται φυτά μέχρι να μπορούν να μεταφυτευτούν
  2. broadly, κατ’ επέκταση η επιχείρηση η οποία διαθέτει τον αντίστοιχο χώρο και εμπορεύεται νεαρά φυτά
  3. figuratively, μεταφορικά χαρακτηρισμός του χώρου από τον οποίο βγαίνουν άτομα ειδικευμένα σε κάποια δραστηριότητα

Παρόμοιες: σπορείο

Συνώνυμα και αντώνυμα

ουσιαστικό

Παρόμοιες: σπορείο

Στα αγγλικά

  • nursery place where young plants are cultivated for transplanting

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"φυτώριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φυτώριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"φυτώριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φυτώριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}