φωνητικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φωνητικός
- fo.ni.tiˈkos
Where it comes from
φωνητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φωνητικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική phonétique)
adjective φωνητικός · φωνητική · φωνητικό · φωνητικού · φωνητικής
- σχετικός με τη φωνή οι φωνητικές χορδές
- τα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή
- σχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας
In English
Talk about this word "φωνητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φωνητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "φωνητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φωνητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}