φωνητικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φωνητικός

  • fo.ni.tiˈkos

Where it comes from

φωνητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φωνητικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική phonétique)

adjective φωνητικός · φωνητική · φωνητικό · φωνητικού · φωνητικής

  1. σχετικός με τη φωνή οι φωνητικές χορδές
  2. ουσιαστικοποιημένο τα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή
  3. γλωσσολογία σχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας

In English

  • vocal of or pertaining to the voice or speech
  • phonetic relating to sounds of spoken language

Talk about this word

Cite this
MLA

"φωνητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φωνητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"φωνητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φωνητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}