φωνολογία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φωνολογία

  • fo.no.loˈʝi.a

Where it comes from

φωνολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική phonologie ή από τη γερμανική Ρhonologie < αρχαία ελληνική φωνο- + -λογία (φωνή, λόγος)

noun φωνολογία · φωνολογίες · φωνολογίας · φωνολογιών

  1. γλωσσολογία ο κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με τους φθόγγους ερευνώντας τη λειτουργία τους ως σύστημα μονάδων, που ονομάζονται φωνήματα και με την παρουσία ή την απουσία τους που διαφοροποιεί τη σημασία των λέξεων, σε αντίθεση με τη φωνητική, που εξετάζει όλους τους πιθανούς φθόγγους κάθε ανθρώπινης γλώσσας

In English

  • phonology study of the way sounds function in languages

Talk about this word

Cite this
MLA

"φωνολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φωνολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"φωνολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φωνολογία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}