φωστήρας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φωστήρας¹

Where it comes from

φωστήρας < (ελληνιστική κοινή) φωστήρ (λαμπτήρας) < αρχαία ελληνική φάος / φῶς (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική luminaire)

noun φωστήρας · φωστήρες · φωστήρα · φωστήρων

  1. έξυπνος, ευφυής, τετραπέρατος, πολυμαθής, σοφός Θα μπορούσαμε να μιλάμε για εξωσχολικούς δασκάλους που είναι φωστήρες, που έχουν ειδική εκπαίδευση, περισσότερη αγάπη για το αντικείμενο, αυξημένο αίσθημα ευθύνης. (*)
  2. ironic, ειρωνικό δοκησίσοφος, ανόητος Τόσοι σοφοὶ ἄνδρες, φωστῆρες ἐκ τῆς Ἑσπερίας ἀνατείλαντες, μὲ τόσον παχεῖς μισθούς, καὶ νὰ μὴ μεταγγίσουν ὀλίγον ἀθεϊστικὸν πνεῦμα εἰς τὴν Ἑλλάδα! (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Μεγαλείων ὀψώνια, 1912)

Φωστήρας²

Where it comes from

Φωστήρας < φωστήρας

proper noun Φωστήρας · Fostiras

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"φωστήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φωστήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"φωστήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φωστήρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}