φωτισμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φωτισμένος
Where it comes from
φωτισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου φωτίζω
verb φωτισμένος · φωτισμένη · φωτισμένο · φωτισμένου · φωτισμένης
- που έχει φωτιστεί, γεμάτος φως Τ' άστρα έφεγγαν καθαρά κι ολόχρυσα στο φθινοπωριάτικο ουρανό, αλλά τα παράθυρα του παλατιού ήταν τόσο φωτισμένα, που έξω η αφέγγαρη νύχτα φαίνουνταν πιο σκοτεινή. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
- που έχει δεχτεί το πνευματικό φως της γνώσης ※ Ο πατέρας τους, ο παππούς μου, παρά τη λιγοστή του μόρφωση, αποδείχθηκε εδώ φωτισμένος άνθρωπος. (Απόστολος Δοξιάδης (1992) Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ [μυθιστόρημα])
Similar: αγλαός, ανάφεγγος, ηλιόλουστος, καταφώτιστος, κατάφωτος, λαμπερός, λαμπρός, ξέφωτος, ολόλαμπρος, ολόφωτος, πάμφωτος, φεγγερός, φωταγωγημένος, φωτερός, χρυσαυγής
Thesaurus
verb
Similar: αγλαός, ανάφεγγος, ηλιόλουστος, καταφώτιστος, κατάφωτος, λαμπερός, λαμπρός, ξέφωτος, ολόλαμπρος, ολόφωτος, πάμφωτος, φεγγερός, φωταγωγημένος, φωτερός, χρυσαυγής
In English
- enlightened exceedingly wise
Talk about this word "φωτισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φωτισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "φωτισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φωτισμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}