מיקווין

φωτοβολταϊκός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

φωτοβολταϊκός

  • fo.to.vol.ta.iˈkos

מאיפה זה בא

φωτοβολταϊκός (νόθο σύνθετο ) < (λόγιο δάνειο) αγγλική photovoltaic < photo- (φωτο- < αρχαία ελληνική φῶς) + voltaic (βολταϊκός)

שם תואר φωτοβολταϊκός · φωτοβολταϊκή · φωτοβολταϊκό · φωτοβολταϊκού · φωτοβολταϊκής

  1. που συμβάλλει στη μετατροπή της ηλιακής ακτινοβολίας σε ηλεκτρική τάση
  2. ουσιαστικοποιημένο και στον πληθυντικό φωτοβολταϊκά

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"φωτοβολταϊκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%84%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φωτοβολταϊκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%84%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"φωτοβολταϊκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%84%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φωτοβολταϊκός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%84%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}