φωτογράφος

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

φωτογράφος¹

  • fo.toˈɣɾa.fos

Nó đến từ đâu

φωτογράφος (μαρτυρείται από το 1871) < φωτογραφ(ία) (αναδρομικός σχηματισμός), λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photographe (< photographie) < φῶς φωτο- + -γράφος

danh từ φωτογράφος · φωτογράφοι · φωτογράφου · φωτογράφων · φωτογράφο · φωτογράφους

  1. τέχνη, επάγγελμα ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη φωτογραφιών
  2. πρόσωπο που ασχολείται με τη λήψη φωτογραφιών ※ Ἡ ἀμόλευτη, ἡ ἁπλή φύση πού τόσο ἀγαποῦν οἱ μοναχοί, οἱ ἐρωτευμένοι, οἱ τοπιογράφοι, οἱ φωτογράφοι, οἱ αὐτόχειρες (Μισέλ Φάις, Aegypius monachus: αφήγημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 30)
  3. ο δημιουργός μιας φωτογραφίας

Φωτογράφος²

Nó đến từ đâu

Φωτογράφος < επάγγελμα φωτογράφος

danh từ riêng Φωτογράφος · Φωτογράφοι · Φωτογράφου · Φωτογράφων · Φωτογράφο · Φωτογράφους

  1. ανδρικό επώνυμο

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"φωτογράφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φωτογράφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"φωτογράφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φωτογράφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}