φόντο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φόντο
Where it comes from
φόντο < ιταλική fondο (υπόβαθρο, φόντο, χρηματοδότηση)
noun φόντο · φόντα · φόντου · φόντων
- αυτό που περιβάλλει, που βρίσκεται συνήθως στο βάθος ή στον περίγυρο ενός κεντρικού θέματος (στη φωτογραφία, τη ζωγραφική κ.ά.) ※ Γάμος με φόντο το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης (εφ Ελευθεροτυπία, 17/8/2013)
- το περιβάλλον, ο περίγυρος σε ένα κοινωνικό θέμα ※ το φόντο σε όλες τις ταινίες/βιβλία του είναι συνήθως ο πόλεμος ή κάποια άλλη ακραία κατάσταση
In English
- wallpaper computing: image used to cover a desktop
Talk about this word "φόντο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. φόντο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF "φόντο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φόντο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}