φόρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φόρα¹

Where it comes from

φόρα < μετακίνηση του τόνου της λέξης φορά για διάκριση της σημασίας < φέρω

noun φόρα · φόρες · φόρας · φορών

  1. η ορμή, η απόκτηση ταχύτητας, η κεκτημένη ταχύτητα ※ Του έκανα νόημα να μαζευτεί, μην τον πάρουν πρέφα και γίνει το σύστριγγλο , αλλά αυτός είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε με τίποτα. (Το κορίτσι του διπλανού portal κυκλοφορεί και απορεί, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

noun φόρα · φόρες · φόρας · φορών

  1. familiar, οικείο πληθυντικός της λέξης φόρουμ (δηλαδή "τα φόρα")

Φόρα²

Where it comes from

Φόρα < γενική ενικού του αρσενικού Φόρας

proper noun Φόρα · Φόρας · Fora

  1. γυναικείο επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"φόρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φόρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B1

Chicago

"φόρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φόρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}