φύλλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φύλλο
- ˈfi.lo
Where it comes from
φύλλο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φύλλον
noun φύλλο · φύλλα · φύλλου · φύλλων
- διακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση τα φύλλα των δέντρων
- τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι χαρτιού Δώστε μου ένα φύλλο να σημειώσω / Φέρτε φύλλα για το φωτοτυπικό.
- τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι μετάλλου Φύλλα αλουμινίου
- επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που οριοθετείται από δύο τόξα κύκλων
- σχετικά επίπεδο και λεπτό κομμάτι ζύμης ※ Η παχουλή Ασπασία –το ήξερα– δε θα κουνούσε από την κουζίνα μέχρι ν' ανοίξει φύλλο για να κάνει κοτόπιτα. Είχα χρόνο ώσπου να έρθει η ώρα να τη βάλει στον φούρνο.
- οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά Θα δημοσιευτεί η αγγελία σας στο φύλλο του Σαββάτου.
- χαρτί της τράπουλας έχω καλό φύλλο/ Θα κάνεις καμιά φορά φύλλα; Κοιμηθήκαμε! (θα μοιράσεις;)
- επίσημο έγγραφο φύλλο πορείας
- τμήματα επίπλου ή σημείων εισόδου τα οποία ανοιγοκλείνουν τα φύλλα της ντουλάπας, του παράθυρου/Δίφυλλη ντουλάπα
In English
Talk about this word "φύλλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. φύλλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%BF "φύλλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φύλλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}