χάραμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χάραμα

  • ˈxa.ɾa.ma

Where it comes from

χάραμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάραγμα με αφομοίωση [ɣm] > mm και απλοποίηση του διπλού συμφώνου [mm] > [m] Συγκρίνετε με τη νεοελληνική χάραγμα.

noun χάραμα · χαράματα · χαράματος

  1. το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που αρχίζει να φωτίζει και μέχρι πριν εμφανιστεί αρκετά ο ήλιος ※ Έξω, η λεωφόρος Αλεξάνδρας έχει αρχίσει να φωτίζεται από το ισχνό φως ενός συννεφιασμένου χαράματος (Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, εκδ. Πατάκη, 2016)

    Similar: αυγή, χαραυγή

  2. και σε επιρρηματική χρήση έφυγε χαράματα

    Similar: πρωί πρωί, πρωινιάτικα, ξημερώματα

Talk about this word

Cite this
MLA

"χάραμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χάραμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1

Chicago

"χάραμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χάραμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}