χάρη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χάρη¹
- ˈxa.ɾi
Where it comes from
χάρη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάρις με μεταπλασμό σε -η. Δείτε και χάρις
noun χάρη · χάρες · χάρης · χάριτος · χαρών
- η ιδιότητα του κομψού και χαριτωμένου ≈ συνώνυμα: κομψότητα
- η εύνοια (ιδίως του Θεού) η Θεία Χάρη
- το χάρισμα, η έμφυτη ικανότητα (που έχει δοθεί από τη Θεία Χάρη) ※ Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη (Γιώργος Σεφέρης)
- ενέργεια που γίνεται από καλή διάθεση και αποσκοπεί στο να βοηθήσει κάποιον κάνε μου μια χάρη, βοήθησέ με στα μαθηματικά
- η απαλλαγή από την υποχρέωση έκτισης μιας ποινής ή η ματαίωση της εκτέλεσης της θανατικής ποινής με ειδική απόφαση του ανώτατου άρχοντα ο Κυβερνήτης της Πολιτείας έδωσε χάρη στον μελλοθάνατο
Χάρη²
Where it comes from
Χάρη < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Χάρη
- γυναικείο όνομα
In English
Talk about this word "χάρη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. χάρη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7 "χάρη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χάρη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}