χάρη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χάρη¹

  • ˈxa.ɾi

Where it comes from

χάρη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χάρις με μεταπλασμό σε -η. Δείτε και χάρις

noun χάρη · χάρες · χάρης · χάριτος · χαρών

  1. η ιδιότητα του κομψού και χαριτωμένου ≈ συνώνυμα: κομψότητα
  2. η εύνοια (ιδίως του Θεού) η Θεία Χάρη
  3. το χάρισμα, η έμφυτη ικανότητα (που έχει δοθεί από τη Θεία Χάρη) ※ Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη (Γιώργος Σεφέρης)
  4. ενέργεια που γίνεται από καλή διάθεση και αποσκοπεί στο να βοηθήσει κάποιον κάνε μου μια χάρη, βοήθησέ με στα μαθηματικά
  5. η απαλλαγή από την υποχρέωση έκτισης μιας ποινής ή η ματαίωση της εκτέλεσης της θανατικής ποινής με ειδική απόφαση του ανώτατου άρχοντα ο Κυβερνήτης της Πολιτείας έδωσε χάρη στον μελλοθάνατο

Χάρη²

Where it comes from

Χάρη < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Χάρη

  1. γυναικείο όνομα

In English

  • grace elegant movement, poise or balance
  • pardon forgiveness for an offence
  • favor kind or helpful deed

Talk about this word

Cite this
MLA

"χάρη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χάρη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7

Chicago

"χάρη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χάρη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}