χίμαιρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χίμαιρα¹

Where it comes from

χίμαιρα < αρχαία ελληνική χίμαιρα, θηλυκό του χίμαρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰeym- (χειμώνας, λευκός)

noun χίμαιρα · χίμαιρες · χίμαιρας · χιμαιρών

  1. το απραγματοποίητο όνειρο, το φανταστικό, το αδύνατο να πραγματοποιηθεί Μην κυνηγάς χίμαιρες. (μη χάνεις το χρόνο σου με κάτι που δεν πρόκειται να υλοποιηθεί)
  2. μέχρι και τον 20ο αιώνα, χίμαιρα λεγόταν και το αγριοκάτσικο, συχνά καλούμενο και "χιμαρίδι" από την αρχαία έννοια της λέξης. Στα αρχαία ελληνικά χίμαρος και χίμαιρα ήταν αντίστοιχα το αρσενικό και το θηλυκό του γιδιού ή της κατσίκας, δηλαδή ο τράγος και η γίδα.
  3. με κεφαλαίο αρχικό το μυθικό τέρας η Χίμαιρα, με χαρακτηριστικά χίμαιρας (κατσίκας), λεονταριού και δράκοντα
  4. το φυτό ή το υβριδικό πλάσμα που προκύπτει από την φυσική ή τεχνητή ένωση άλλων ειδών χίμαιρα στη βοτανολογία λεγόταν κάθε φυτό με μικτούς χαρακτήρες, δηλαδή με ιδιότητες του μητρικού φυτού και του εμβολίου του

Similar: γίδα, κατσίκα, ονειρικό, ουτοπικό, φανταστικό, φαντασιακό, απραγματοποίητο, υβριδικό, μεταλλαγμένο, μπολιασμένο

Χίμαιρα²

Where it comes from

Χίμαιρα < αρχαία ελληνική Χίμαιρα < χίμαιρα (η γίδα)

proper noun Χίμαιρα · Χίμαιρες · Χίμαιρας · Χιμαιρών

  1. ελληνική μυθολογία το μυθικό τρίμορφο τέρας που είχε χαρακτηριστικά κατσίκας (χίμαιρας, στα αρχαία ελληνικά), κεφάλι λεονταριού και ουρά δράκου, καρπός του Τυφώνα και της Έχιδνας. Γέννησε τη Σφίγγα και τον Λέοντα της Νεμέας
  2. ελληνική μυθολογία όνομα νύμφης που ερωτεύθηκε ο Δάφνις
  3. ιστορική περιοχή αρχαίο φαράγγι και βουνό στη Λυκία της Μικράς Ασίας
  4. ταξινομικός όρος - γένος: Xίμαιρα ψαριού που ανήκει στην τάξη: Χιμαιρόμορφα (Chimaeriformes)

Thesaurus

In English

  • chimera foolish thought, product of the imagination
  • Chimera Greek myth: monster killed by Bellerophon

Talk about this word

Cite this
MLA

"χίμαιρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χίμαιρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1

Chicago

"χίμαιρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χίμαιρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}