χαβάνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαβάνι
Where it comes from
χαβάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική havan < περσική هاون (hāvan, γουδί)
noun χαβάνι · χαβάνια · χαβανιού · χαβανιών
- ορειχάλκινο γουδί για το κοπάνισμα ξηρών καρπών, των καβουρδισμένων κόκκων του καφέ κ.λπ. (και από πέτρα ή μάρμαρο ειδικά για τον καφέ παλιότερα) ※ Χαρακτηριστικό ἦταν κι ἕνα αὐτοσχέδιο τρίστιχο μέ τό ὁποῖο οἱ Μοναστηρακιανοί σατίριζαν τούς Κρητικούς : τό γουδί λένε χαβάνι, τό πάπλωμα γιοργάνι καί τό μαγαζί ντουκιάνι (Θωμάς Κοροβίνης, Σμύρνη: μια πόλη στη λογοτεχνία, εκδ. Μεταίχμιο, 2006, σελ. 505)
- όργανο με το οποίο ψιλοκοβόταν παλιά ο καπνός για να φτιαχτούν τσιγάρα
Talk about this word "χαβάνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. χαβάνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9 "χαβάνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαβάνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}