χαλαζόπτωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαλαζόπτωση
- xa.laˈzo.pto.si
Where it comes from
χαλαζόπτωση < χαλάζ(ι) + -ο- + πτώση
noun χαλαζόπτωση · χαλαζοπτώσεις · χαλαζόπτωσης · χαλαζοπτώσεων
- το μετεωρολογικό φαινόμενο της πτώσης χαλαζιού ※ Ισχυρή βροχόπτωση συνοδευόμενη από έντονη χαλαζόπτωση διάρκειας είκοσι λεπτών ήταν αρκετή για να προκαλέσει χθες μεγάλη καταστροφή σε καλλιέργειες στους δήμους Αρριανών και Μαρωνείας Σαπών. (Μαρία Νικολάου, Σφοδρή χαλαζόπτωση έπληξε καλλιέργειες της Ροδόπης, ΕΡΤ, 8 Ιουλίου 2020)
In English
- hail storm a storm characterized by lots of large hail
Talk about this word "χαλαζόπτωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CF%8C%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. χαλαζόπτωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CF%8C%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7 "χαλαζόπτωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CF%8C%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαλαζόπτωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CF%8C%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}