χαλαρός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαλαρός¹
- xa.laˈɾos
Where it comes from
χαλαρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαλαρός
:* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική relâché ή από την αγγλική loose
adjective χαλαρός · χαλαρή · χαλαρό · χαλαρού · χαλαρής
- που δεν είναι πολύ τεντωμένος ή σφιχτός Του άφησα χαλαρά τα λουριά και ιδού το αποτέλεσμα.
-
που δεν χαρακτηρίζεται από ένταση ή γρήγορους ρυθμούς ή εκνευρισμό
χαλαρή συζήτηση, χαλαρές διακοπές
Opposite: έντονος
Χαλαρός²
Where it comes from
Χαλαρός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Χαλαρός · Χαλαροί · Χαλαρού · Χαλαρών · Χαλαρό · Χαλαρούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "χαλαρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χαλαρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82 "χαλαρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαλαρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}