χαλινάρι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαλινάρι
- xa.liˈna.ɾi
Where it comes from
χαλινάρι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χαλινάριον < υποκοριστικό από την αρχαία ελληνική χαλινός
noun χαλινάρι · χαλινάρια · χαλιναριού · χαλιναριών
-
τα εξαρτήματα που τοποθετούνται στο κεφάλι και το στόμα του αλόγου ή του γαϊδουριού προκειμένου να βοηθούν τον αναβάτη με λουριά να κατευθύνει το ζώο
※ Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένα
Similar: γκέμι
- ο έλεγχος και η συγκράτηση των ορμών, των παθών, των ενστίκτων
In English
- bridle headgear for horse
Talk about this word "χαλινάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. χαλινάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9 "χαλινάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαλινάρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}