मिकविन

χαλκωματάς

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

χαλκωματάς¹

  • xal.ko.maˈtas

यह कहाँ से आया

χαλκωματάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαλκωματάς / -ᾶς < χάλκωμα, χαλκωματ- + -άς

संज्ञा χαλκωματάς · χαλκωματάδες · χαλκωματά · χαλκωματάδων

  1. επάγγελμα αυτός που κατασκευάζει ή επιδιορθώνει χάλκινα σκεύη άλλες μορφές: χαλκωματής

मिलते-जुलते: χαλκευτής, χαλκοπλάστης, χαλκουργός

Χαλκωματάς²

यह कहाँ से आया

Χαλκωματάς < → λείπει η ετυμολογία

व्यक्तिवाचक संज्ञा Χαλκωματάς · Χαλκωματάδες · Χαλκωματά · Χαλκωματάδων

  1. ανδρικό επώνυμο

पर्यायवाची और विलोम

संज्ञा

मिलते-जुलते: χαλκευτής, χαλκοπλάστης, χαλκουργός

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"χαλκωματάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χαλκωματάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82

Chicago

"χαλκωματάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χαλκωματάς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}