χαλκός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαλκός¹
- xalˈkos
Where it comes from
χαλκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαλκός < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bronze ή από την αγγλική bronze)
noun χαλκός · χαλκού · χαλκό · χαλκέ
- μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 29 και χημικό σύμβολο το Cu, που χρησιμοποιείται για τη κατασκευή κραμάτων και ηλεκτρικών κυκλωμάτων ※ Ο μπρούντζος είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου, και ήταν το πρώτο κράμα που δημιουργήθηκε, περίπου τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν
Similar: μπακίρι
adjective χαλκός · χαλκού · χαλκό · χαλκέ · χαλκή
- χάλκινος κινάει κι αυτός στη μάζωξη, χαλκό φουχτώνοντας κοντάρι (Οδύσσεια β.10, Μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή)
Χαλκός²
Where it comes from
Χαλκός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Χαλκός · Χαλκοί · Χαλκού · Χαλκών · Χαλκό · Χαλκούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: μπακίρι
In English
- copper reddish-brown metallic chemical element with the atomic number 29; the metal mad
Talk about this word "χαλκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. χαλκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CF%82 "χαλκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαλκός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}