מיקווין

χαμούρα

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

χαμούρα

  • xaˈmu.ɾa

נשמע כמו χάμουρα

מאיפה זה בא

χαμούρα <

:* είτε < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική خامور - τουρκική hamur (ζυμάρι) < περσική خمیر (xamir)

:* είτε λατινική camura, θηλυκό του camur (λυγισμένος, καμπύλος < πρωτοϊταλική *kameros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂em-: λυγίζω, κάμπτω)

שם עצם χαμούρα · χαμούρες · χαμούρας

  1. offensive, vulgar, λαϊκότροπο, υβριστικό ανήθικη γυναίκα, πόρνη , ή ειδικότερα φτηνή πόρνη που δεν έχει δωμάτιο
  2. : ανάξιος, ανυπόληπτος άνθρωπος

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"χαμούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χαμούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"χαμούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χαμούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}