χαν
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Χαν¹
Where it comes from
Χαν < → δείτε τη λέξη χαν
proper noun Χαν
- ονομασία της βασικότερης κινεζικής εθνικής ομάδας (περίπου του 90% του πληθυσμού της Κίνας) ο λαός των Χαν
- τίτλος ηγεμόνων της Ασίας, ευρύτερα γνωστός στη Δύση το Μεσαίωνα (απόδοση στα ελληνικά: χάνος) Τζενγκίζ Χαν
- μέρος θρησκευτικού τίτλου των μουσουλμάνων στη φράση «Αγά Χαν» (δεν είναι ονοματεπώνυμο)
- σύστημα γραφής με λογογραφικούς χαρακτήρες που χρησιμοποιείται σε γλώσσες όπως τα κινεζικά, τα ιαπωνικά, τα κορεατικά :Κατηγορία:Χαρακτήρες Χαν
- ονομασία ασιατικών ποταμών
ΧΑΝ²
- ˈxan
Where it comes from
ΧΑΝ < Χριστιανική Αδελφότητα Νέων
abbreviation Χ.Α.Ν.
- παγκόσμια οργάνωση με στόχο την ανάπτυξη υγιούς σώματος, πνεύματος και νου μέσω των χριστιανικών αρχών
χαν³
Where it comes from
χαν < (άμεσο δάνειο) τουρκική han < περσική خان (khan) < μογγολική хаан (παλαιά τουρκικά: , kaγan)
noun χαν
- τίτλος πολιτικής ή στρατιωτικής εξουσίας που προήλθε αρχικά από την κεντρική Ασία. Σήμερα έχει αποκτήσει πολλά ισοδύναμα νοήματα όπως διοικητής, αρχηγός ή κυβερνήτης
Similar: χαγάνος
Thesaurus
noun
Similar: χαγάνος
In English
Talk about this word "χαν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BD. Accessed 6 Nov. 2026. χαν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BD "χαν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαν},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CE%BD},
urldate = {2026-11-06}
}