χαραγμένος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χαραγμένος

  • xa.ɾaɣˈme.nos

Where it comes from

χαραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χαράσσω και χαράζω

verb χαραγμένος · χαραγμένη · χαραγμένο · χαραγμένου · χαραγμένης

  1. που τον έχουν χαράξει, που επάνω του έχει εντυπωθεί κάτι όχι επιφανειακά αλλά σε κάποιο βάθος Βρήκα το καπό του αυτοκινήτου χαραγμένο
  2. figuratively, μεταφορικά που έχει εντυπωθεί έντονα, ανεξίτηλα Η ανάμνηση αυτή είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου

Similar: χαραχτός, έγγλυφος, εγχάρακτος, εσώγλυφος, σκαλισμένος

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"χαραγμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χαραγμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"χαραγμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χαραγμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}