χαρισματικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χαρισματικός

  • xa.ɾi.zma.tiˈkos

Where it comes from

χαρισματικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική charismatic < ελληνιστική κοινή χάρισμα, χαρισματ- + -ικός

adjective χαρισματικός · χαρισματική · χαρισματικό · χαρισματικού · χαρισματικής

  1. που έχει ένα μεγάλο χάρισμα ή και πολλά, που είναι προικισμένος με ιδιαίτερα ταλέντα Είναι έξυπνος, καλός, πράος, δουλευταράς: χαρισματικός άνθρωπος!
  2. για χαρακτηριστικό ξεχωριστά ωραίος, καλός, εξαιρετικός έχει χαρισματική γραφή
  3. για δημόσια πρόσωπα που εμπνέουν και έχουν τη λαϊκή αποδοχή χαρισματικός ηγέτης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"χαρισματικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χαρισματικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"χαρισματικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χαρισματικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}