χαριτολογώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χαριτολογώ

Where it comes from

χαριτολογώ < χαριτολόγος

verb χαριτολογώ

  1. αστειεύομαι, λέω κάτι χάριν παιδιάς, ανάλαφρο, για να περάσει η ώρα Παίξαμε τάβλι, ήπιαμε λίγη μπύρα, χαριτολογούσαμε, εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι το γλεντήσαμε, αλλά καλά περάσαμε
  2. λέω σαν δικαιολογία πως έκανα ένα αστείο, λέω στα αστεία κάτι που εννοώ στα σοβαρά για να πειράξω κάποιον (και μετά ή το μετανιώνω ή θέλω να δείξω ότι το μετάνιωσα, δηλώνω ότι δεν το εννοούσα) Μην παρεξηγείσαι βρε γυναίκα, χαριτολογούσα προηγουμένως για τα διαζύγια
  3. έχω επιτηδευμένα ευχάριστο λόγο, κάνω χλιαρά αστεία, λέω εξυπνάδες με την καλή πρόθεση να διασκεδάσει η συντροφιά μου, Καλά περάσαμε, αν και ο Κώστας χαριτολογούσε όλη την ώρα και κατάντησε κουραστικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"χαριτολογώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χαριτολογώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E

Chicago

"χαριτολογώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χαριτολογώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}