χαριτολογώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαριτολογώ
Where it comes from
χαριτολογώ < χαριτολόγος
verb χαριτολογώ
- αστειεύομαι, λέω κάτι χάριν παιδιάς, ανάλαφρο, για να περάσει η ώρα Παίξαμε τάβλι, ήπιαμε λίγη μπύρα, χαριτολογούσαμε, εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι το γλεντήσαμε, αλλά καλά περάσαμε
- λέω σαν δικαιολογία πως έκανα ένα αστείο, λέω στα αστεία κάτι που εννοώ στα σοβαρά για να πειράξω κάποιον (και μετά ή το μετανιώνω ή θέλω να δείξω ότι το μετάνιωσα, δηλώνω ότι δεν το εννοούσα) Μην παρεξηγείσαι βρε γυναίκα, χαριτολογούσα προηγουμένως για τα διαζύγια
- έχω επιτηδευμένα ευχάριστο λόγο, κάνω χλιαρά αστεία, λέω εξυπνάδες με την καλή πρόθεση να διασκεδάσει η συντροφιά μου, Καλά περάσαμε, αν και ο Κώστας χαριτολογούσε όλη την ώρα και κατάντησε κουραστικός
In English
- quip to make a quip
Talk about this word "χαριτολογώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. χαριτολογώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E "χαριτολογώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαριτολογώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}