χαρταετός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χαρταετός

Where it comes from

χαρταετός (μαρτυρείται από το 1861)< χαρτ- + αετός

noun χαρταετός · χαρταετοί · χαρταετού · χαρταετών · χαρταετό · χαρταετούς

  1. αντικείμενο κατασκευασμένο από ελαφριά υλικά, συνήθως ξύλο, χαρτί και σπάγκο, που συγκρατείται με σκοινί και πετάει με τη βοήθεια του αέρα ※ Πέταξαν τα όχι, τα γιατί στον αέρα σαν χαρταετοί, παίρνω, αφήνω δρόμους και γυρνώ λες κι έχω ένα φιλί παντοτινό. Στην αγκαλιά σου όλα ένα φεγγάρια κι άστρα ενωμένα, η ομορφιά σου καθαρό νερό.

Similar: αετός

Thesaurus

noun

Similar: αετός

In English

  • kite lightweight toy for flying

Talk about this word

Cite this
MLA

"χαρταετός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χαρταετός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"χαρταετός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χαρταετός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}