χαρτονόμισμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαρτονόμισμα
- xaɾ.toˈno.mi.zma
Where it comes from
χαρτονόμισμα (μαρτυρείται από το 1831) < χαρτί + νόμισμα
noun χαρτονόμισμα · χαρτονομίσματα · χαρτονομίσματος · χαρτονομισμάτων
- χάρτινο νόμισμα που εκδίδεται από την κεντρική τράπεζα μιας χώρας ή ένωσης χωρών και έχει συγκεκριμένες διαστάσεις, παραστάσεις, κείμενο και χαρακτηριστικά που δεν επιτρέπουν την αντιγραφή του ※ Την ίδια ημερομηνία ο νέος τραπεζικός εκδοτικός οργανισμός, η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργοποιήθηκε και η υποχρέωση με την οποία έχει επιφορτιστεί, σύμφωνα με το καταστατικό του, να ανταλλάξει τα χαρτονομίσματά του με ξένο συνάλλαγμα σε χρυσό, άρχισε να ... (Βίκα Δ. Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμ
Similar: τραπεζογραμμάτιο
Thesaurus
noun
Similar: τραπεζογραμμάτιο
In English
- paper money cash in the form of banknotes
- banknote paper or polymer currency
Talk about this word "χαρτονόμισμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. χαρτονόμισμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1 "χαρτονόμισμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαρτονόμισμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}