χαρτόσημο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαρτόσημο
Where it comes from
χαρτόσημο < χαρτόσημον < χαρτό- + -σημον, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική papier timbré
:: Λέξη που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1836 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ. Β, σελ. 1104)
noun χαρτόσημο · χαρτόσημα · χαρτόσημου · χαρτοσήμου · χαρτόσημων · χαρτοσήμων
- το φύλλο σφραγισμένου χαρτιού για τη σύσταση επισήμων πράξεων
- ένσημο, για τη χαρτοσήμανση διαφόρων εγγράφων, το γραμματόσημο
- ένσημο που επικολλάμε σε έγγραφα επίσημα, προκειμένου αυτά να θεωρηθούν έγκυρα και επικυρωμένα με σκοπό την είσπραξη από δημόσιο οργανισμό του κράτους τον αναλογούντα φόρο ή τέλος
In English
- revenue stamp stamp to affix as proof that tax due
Talk about this word "χαρτόσημο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. χαρτόσημο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF "χαρτόσημο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαρτόσημο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}