χασάπης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χασάπης¹

  • xaˈsa.pis

Where it comes from

χασάπης < (άμεσο δάνειο) τουρκική kasap + -ης < αραβική قصاب (qaṣṣāb) < αραμαϊκή קצבא / ܩܰܨܳܒܳܐ (qaṣṣābā)

: ΑΠΟΓΟΝΟΙ: → αρωμουνικά: hãsap

noun χασάπης · χασάπηδες · χασάπη · χασάπηδων

  1. επάγγελμα ο κρεοπώλης ※ Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνστα
  2. figuratively, μεταφορικά ο σφαγιαστής ανθρώπων
  3. figuratively, μεταφορικά ο κακός γιατρός, ιδίως ο χειρουργός που ευθύνεται για θανάτους ασθενών
  4. figuratively, μεταφορικά ο μηχανικός προβολής κινηματογραφικών ταινιών που έχει κόψει σημαντικά τμήματα από μια ταινία ή δεν καδράρει σωστά, με αποτέλεσμα να χάνεται ένα μέρος του πλάνου, ιδίως αυτό που περιέχει τους υπότιτλους Χασάπη, γράμματα!

Χασάπης²

Where it comes from

Χασάπης < από επάγγελμα χασάπης

proper noun Χασάπης · Χασάπηδες · Χασάπη · Χασάπηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • butcher person who prepares and sells meat

Talk about this word

Cite this
MLA

"χασάπης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χασάπης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82

Chicago

"χασάπης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χασάπης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}