χασάπικο

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

χασάπικο

D'où il vient

χασάπικο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χασάπικος

nom χασάπικο · χασάπικα · χασάπικου · χασάπικων

  1. κρεοπωλείο
  2. χορός είδος λαϊκού χορού ※ τα κομμάτια τα τραγούδαγα από ρέ μινόρε τα χασάπικα, ρέ ματζόρε τα ζεμπέκικα. Ήταν λιγάκι ψιλούτσικα, αλλά με τη διάρκεια του καιρού ο τόνος κατέβηκε και έφτασα στο σί μινόρε που ήτανε ότι πρέπει, ετραγούδαγα άνετα. (Μάρκος Βαμβακάρης, Άντζελα Κάιλ, Αυτοβιογραφία, 1973, σελ. 272)

En anglais

Parler de ce mot

Citer
MLA

"χασάπικο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χασάπικο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF

Chicago

"χασάπικο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χασάπικο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}